Άννα Μαρία Γραμμένου

Η συγκατοίκηση

Facebook
Twitter
WhatsApp
Email

Η συγκατοίκηση

Αντίκρυσα τον μαέστρο, μονάχο του, με χείλη ερμητικά κλειστά, σκεπασμένο με ένα λευκό σεντόνι που τον προστάτευε από τη σκόνη του χρόνου ή, ίσως, για να μην βλέπει τη μοναξιά του. Τον πλησίασα. Τον ξεσκέπασα με σεβασμό και δέος.

— Μαέστρο μου… εδώ είσαι ακόμα; ψιθύρισα, ανοίγοντας τα σφραγισμένα του χείλη αφού τράβηξα το τσόχινο, σκοροφαγωμένο κασκόλ του.

Κάθισα δίπλα του, χάιδεψα τα κιτρινισμένα δοντάκια του, όπως έκανε η γιαγιά μου, πλημμυρίζοντας το σπίτι με κάθε λογής μελωδία. Θυμήθηκα πώς τα σύγκρινε με τα δικά μας, τα κατάλευκα. Μελαγχόλησα. Έμεινα μαζί του κάμποση ώρα, θυμίζοντας τα πρώτα μαθήματα με τη γιαγιά, τα πρώτα ρεσιτάλ μπροστά σε όλη την οικογένεια, με τον μαέστρο να μοιράζεται μαζί μου χειροκρότημα και επαίνους.

— Εγώ δεν κάνω τίποτα… Το παιδί έχει ταλέντο και η γιαγιά καλή δασκάλα, μου έλεγε, χαμηλώνοντας το βλέμμα του ταπεινά, αν και ήταν από μεγάλο σόι.

Μου έριξε μια ματιά αγωνίας και φόβου.

— Μην με αφήσετε ξανά μόνο, κύριε. Η υγρασία τσακίζει κόκκαλα. Καλή η εξοχή, ειδικά όταν ανθίζουν οι πορτοκαλιές, και τα πουλιά με τρελαίνουν στον κήπο… αλλά η μοναξιά είναι σκληρή. Ούτε την φωνή μου δεν αφήνει να ακούσω. Πάνε οι γιορτές, τα τραγούδια με την αγαπημένη μου γιαγιά σας! Σβηστοί πολυέλεοι, κλειστά παράθυρα, σκοτάδι στο αρχοντικό σας, στην καρδιά μου… δείτε τι κακό μου έχουν κάνει!

— Χρειάζεσαι ένα γερό τσεκ-απ, φίλε μου. Δεν είναι εποχές για σπατάλες. Καλά είσαι εδώ, έχεις παρέα. Θα έρχομαι πιο συχνά να σε βλέπω, του είπα ψύχραιμα, προσποιούμενος τον αδιάφορο.

Μια καταιγίδα αναμνήσεων πλημμύρισε την καρδιά μου, ταξιδεύοντας με στους παιδικούς μου παράδεισους. Σηκώθηκα να φύγω, αλλά με άρπαξε από το χέρι, παρακαλώντας να μην τον αφήσω ξανά μόνο, γέρο και άρρωστο.

— Θα το σκεφτώ, του είπα.

Τότε αναθάρρησε:

— Να ρίξουμε μια ματιά δίπλα; Να δούμε τι κάνει η Φροϊλάϊν και η παρέα της;

Άνοιξα τη συρόμενη πόρτα. Εκεί ήταν, καθισμένη μπροστά στο σαλέ της, κρατώντας στην ποδιά της το κλουβάκι του κούκου της, δίπλα στους δύο Τιρολέζους χωρικούς, αποκοιμισμένους πάνω στο πάγκο με τα ποτήρια ακόμα γεμάτα μπύρα.

Ο μαέστρος τρελάθηκε από χαρά. Οι χωρικοί προσπάθησαν να τραγουδήσουν και να χορέψουν, αλλά η ακινησία και η βαρεμάρα τους είχαν παγώσει. Η Φροϊλάϊν έμεινε ακίνητη στο μπαλκονάκι, κοιτώντας μας. Ο μαέστρος κουνούσε το κασκόλ του στον αέρα και τραβούσε το μανίκι μου. Γύρισα και τον κοίταξα.

— Πάρε μας μαζί σου… μην μας αφήσεις ξανά μόνους, είπε με λυγμούς.

— Μα, μαέστρο, το διαμέρισμα είναι μικρό, δεν χωράμε… δεν έχω χρόνο, το ταξίδι ακριβό. Μετά θέλεις καινούργια ρούχα, το σαλέ της Φροϊλάϊν χρειάζεται ανακαίνιση. Σου είπα, θα το σκεφτώ.

Τα δάκρυά τους κατρακυλούσαν ακολουθώντας με στην έξοδο. Δεν άντεξα. Τους μετέφερα στο διαμέρισμά μου, με την ελπίδα να αλλάξει κάτι στη ζωή μου. Υποσχέθηκαν να φέρουν μόνο αγαπημένες αναμνήσεις.

Έφερα γιατρό για τον μαέστρο. Του έδωσε θεραπεία και συνήλθε γρήγορα. Του αγόρασα καινούργιο τσόχινο κασκόλ και λεβάντα κολόνια για το ξύρισμα. Το σαλέ το φρόντισα, αγόρασα νέες αλυσίδες με δύο χρυσά κουκουνάρια και έβαψα τον πάγκο των Τιρολέζων. Δεν περίμενα ποτέ πως θα μου έδινε τόση χαρά το «τικ τακ» της καρδιάς της όταν η Φροϊλάϊν με αγκάλιασε σφιχτά. Το ίδιο «τικ τακ» που ανακάλυψα με τον παππού μου να σκαμπανεβάζει το στήθος μου όταν με σήκωνε ψηλά να δω τους Τιρολέζους να τραγουδούν.

Η συγκατοίκηση προχωρούσε καλά. Ο Σάμ και η Σίσι χάρηκαν στην αρχή. Όταν μιλούσαμε με τον μαέστρο και τον μετρονόμο του, ξάπλωναν στα πόδια μας, γουργουρίζοντας ρυθμικά, αγκαλιασμένοι. Φάνηκαν σημάδια βελτίωσης στην άχαρη ζωή μου. Περνούσαμε καλά, μέχρι που συνέβη κάτι αναπάντεχο…

Ένα βράδυ ξύπνησα από φωνές και έντονες λογομαχίες. Ο Σάμ τσακωνόταν με τον μαέστρο, η Σίσι με τη Φροϊλάϊν. Ο Σάμ είχε πετάξει το κασκόλ του μαέστρου, σκαρφαλώνοντας πάνω του ξυπόλυτος, κάνοντας τον να βγάζει άναρθρες κραυγές. Ήταν ζηλιάρης… αλλά να ζηλέψει τον μαέστρο επειδή τραγουδούσε όμορφα; Απόρησα.

Η Σίσι, από την άλλη, σκαρφάλωσε στα κόκκινα κεραμίδια, απειλώντας την τρομαγμένη Φροϊλάϊν, που προσπαθούσε να ξαναμπεί στο σπιτάκι της φωνάζοντας βοήθεια.

— Χίλφε! Χίλφε! Εγκό ντεν τέλει τον άνδρα σου! φώναζε η Φροϊλάϊν.
— Θα στην κόψω την κοτσίδα! Σταμάτα να κάνεις τα γλυκά μάτια στον Σάμ μου! φώναζε η Σίσι.
— Σταματήστε! Θέλω να κοιμηθώ! είπα αυστηρά.

Το ίδιο και το επόμενο βράδυ. Αποφάσισα να τους μιλήσω. Τους εξήγησα πως η συγκατοίκηση είχε σοβαρά προβλήματα. Θα τα έβρισκαν ή θα τους έστελνα πίσω στο κτήμα. Φοβήθηκαν.

Ο μαέστρος είπε πως δεν άντεχε άλλο τη μοναξιά. Η Φροϊλάϊν παραδέχτηκε πως δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς αυτόν. Οι Τιρολέζοι απείλησαν πως θα κατέστρεφαν όλες τις μπύρες μου αν τους χώριζα από τη Φροϊλάϊν. Μόνο ο Σάμ πετάχτηκε από χαρά: εκεί θα ήταν ελεύθερος να ξενυχτά πάνω στις κεραμοσκεπές, φλερτάροντας ναζιάρες επαρχιώτισσες.

Η Σίσι, έξαλλη από ζήλεια, άρχισε να κλαίει. Τους έδωσα μια μέρα να τα βρουν, ώστε να μην φύγουν.

Το επόμενο βράδυ, έστησα αυτί. Ο Σάμ ορκιζόταν πως δεν θα φλέρταρε ξανά τη Φροϊλάϊν. Ο μαέστρος υποσχέθηκε δωρεάν μαθήματα μουσικής και παραδέχτηκε πως ήταν ερωτευμένος με τη Φροϊλάϊν, γιατί είχαν κοινά σημεία και πως «ο χρόνος» έπαιζε μεγάλο ρόλο στη σχέση τους.

Το πρωί έθεσα τους όρους μου και τους δέχτηκαν χωρίς αντιρρήσεις:

Ο μαέστρος θα τραγουδούσε μόνο μαζί μου. Ο κούκος στο κλουβί θα κοιμόταν τις ίδιες ώρες με εμένα. Οι Τιρολέζοι και η Φροϊλάϊν μπορούσαν να πίνουν, αλλά αθόρυβα. Ο Σάμ και η Σίσι πήραν την άδειά μου να κοιμούνται στα πόδια μου κάθε Σαββατοκύριακο. Και έτσι, η συγκατοίκηση συνεχίστηκε.

 

AMG-LG-BLACK

This Post Has 2 Comments

  1. Anna

    Ένα ώριμο, ατμοσφαιρικό διήγημα μαγικού ρεαλισμού, με λεπτή ειρωνεία, συναισθηματική νοσταλγία και κινηματογραφική δύναμη.

    Είναι από εκείνα τα κείμενα που δεν μοιάζουν με κανενός.
    Και αυτό είναι το μεγαλύτερο κομπλιμέντο που μπορώ να κάνω σε έναν συγγραφέα.

    1. AMG

      ευχαριστω πολυ.Λιγοι με αποκαλουν συγγραφεα!

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Εάν αγαπάτε τις Ιστορίες, γραφτείτε στο Newsletter μας!

Anna Maria Grammenou

Δημιουργική, με αχαλίνωτη φαντασία και χιούμορ, ερωτευμένη με όλες τις τέχνες, ιδιαίτερα μουσικόφιλη, σινεφίλ, φιλόζωη, και με αδυναμία στον μαύρο γάτο μου, τον Σούλη. Μου αρέσει να εκφράζω τις σκέψεις μου μέσα από μικρές και μεγάλες ιστορίες.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ας γνωριστούμε καλύτερα!

Άδεια Creative Commons
Ο ιστότοπος περιέχει υλικό που είναι διαθέσιμο μόνο για ανάγνωση. Δεσμεύεται με την ειδική άδεια Creative Commons.
Δεν παρέχεται άδεια των συγγραφέων για Εμπορική Χρήση - ή Αναπαραγωγή των Έργων τους. 4.0 Διεθνές.