Άννα Μαρία Γραμμένου

Οι φωνές της Λυγερής

Facebook
Twitter
WhatsApp
Email

Οι φωνές της Λυγερής

Από την κοιλιά της μάνας της άκουγε ό,τι γινόταν έξω, στη ζωή του χωριού. Τα πουλιά ξυπνούσαν τη φύση, τα ζωντανά τα ξυπνούσε ο ήλιος ή η φωνή της μάνας της. Καθένα το φώναζε με άλλο όνομα: πρρρρρρρρρρ ωρή, κόοκο κόοκο, ψιψιψιψίνα. Για κάθε ένα υπήρχε άλλη φωνή, άλλο πρόσταγμα.

Άκουγε τους τροχούς των κάρων να ασθμαίνουν από το βάρος στο καντούνι, τις οπλές των αλόγων να ροβολάν για το λιβάδι, τα φαλτσοτράγουδα του μεθυσμένου γέρο-Πίπη, τα παιδικά βήματα που έτρεχαν άτσαλα ή πήδαγαν μαζί με το σχοινάκι τους, το γάργαρο νερό να βουτά με ορμή στον μύλο ή να γλιστρά στο ρυάκι δίπλα στο στάβλο τους.

Άκουγε τις καντάδες των ερωτοχτυπημένων και τα παραθυρόφυλλα που ανοιγόκλειναν από αγωνία, για να δουν τα πρόσωπα των κανταδόρων· από θυμό, γιατί ξυπνούσαν ξεχασμένους πόθους και αναμνήσεις. Άκουγε τους ψιθύρους του αέρα με την καμπάνα της εκκλησίας του Αι Νικόλα, τους τσακωμούς τους, όταν αφηνιασμένος χτυπούσε όλη νύχτα.

Κι έπειτα, μια φωνή βαριά, σκληρή, παγερή, χωρίς συμπόνοια, να λέει πάντα στον ίδιο τόνο στη μάνα της:

«Πάψε ωρή γυναίκα, μην μιλείς, εσύ δεν λογάς.»

Κι έτσι σιωπούσε η μάνα της. Και η Λυγερή έμαθε, πριν γεννηθεί ακόμα, τη σιωπή και την αναμονή.

Όταν ήρθε το φως της ζωής της, ακούστηκε μόνο η δική της φωνή, γιατί και τότε ακόμα η μάνα της δεν τόλμησε να φωνάξει τον πόνο της. Νανούρισμα είχαν τα αμέτρητα φιλιά και χάδια της, στα κόκκινα σγουρά μαλλιά της, και όχι κάποιο τραγούδι: «Νάνι, νάνι, το μωρό μου.»

«Ήσυχο Λόπη το κορίτσι σου, στόμα έχει μα μιλιά δεν έχει», της είπε ο παπάς όταν σαράντισε.

Την βάφτισαν ταπεινά, χωρίς μεγαλεία, και τότε πάλι της είπε:

«Ήσυχο Λόπη το κορίτσι σου, στόμα έχει μα μιλιά δεν έχει.»

Από παιδιά μαζί, ο παπάς Στέλιος και η μάνα της. Έκανε οικογένεια αυτός και έναν γιο όλο καμάρι. Η Λόπη προικιά πολλά δεν είχε· μόνο ένα μπουτσούνι χωράφι έξω από το χωριό, με είκοσι ρίζες ελιές. Την πήρε γυναίκα του ο Τζάνης γιατί είχε καλό όνομα, προκομμένη. Από τα χέρια της περνούσαν όλα: τα χωράφια και το σπιτικό του.

Μεγάλωνε η Λυγερή δίπλα της, στο σπίτι, στα χωράφια, στα ζωντανά, άχνα δεν έβγαζε· μόνο κάτι λέξεις ξεστόμιζε: «Ναι, μάνα», «Όχι, μάνα», «Έρχομαι, μάνα», «Αμέσως, μάνα», έτσι για να ακούει πως έχει φωνή το παιδί της.

«Μα τον Αι Σπυρίδωνα, ζωντανή είσαι ωρή Λυγερή;» έλεγε εκείνη και χαιρόταν η έρημη.

Στην κατοχή γλύτωσε από τους Ιταλούς ο Τζάνης, αλλά όχι από τους Γερμανούς. Και έχασε η μάνα τον άνδρα της, η Λυγερή τον πατέρα της και ο παπάς τον γιο του.

«Κι έλεγα να γενούμε συμπέθεροι ωρή Λόπη», της έλεγε ο παπάς όταν σκέπαζε με το πετραχήλι του την εξομολόγησή της, πλημμυρισμένη από πίκρα για την αδιαφορία του χωριού και το βογγητό από τον πόνο της ψυχής της.

«Κι έλεγα, την Λυγερή θα κάνω κόρη μου, αλλά ο Θεός ήθελε δικό του τον γιο μου, ωρή Λόπη.»

Πόναγε ο παπάς, η Λόπη και μαζί τους η Λυγερή.

Απ’ το παράθυρο της αποθήκης άκουγε τις φωνές, τα τραγούδια της ζωής στην πόλη, τις κουβέντες των περαστικών, τα αλιχτίσματα του κυνηγόσκυλου, τα καναρίνια του γείτονα στο απέναντι μπαλκόνι. Χρόνος δεν έμενε να ζήσει κάνοντας τα δικά της, μα των άλλων. Έπλενε, σιδέρωνε, έγνεθε, έπλεκε, κεντούσε, μαγείρευε, ζύμωνε, έστρωνε τραπέζι και κρεβάτια αρχοντικά, πότιζε, κέρωνε τα σανίδια και άστραφτε τα μάρμαρα των αφεντικών της.

Απ’ τη μάνα της κληρονόμησε αξιοσύνη και ευχή, μα δεν πρόλαβε ούτε να την κλάψει. Έπρεπε να σταθεί στα πόδια της για να παλέψει μόνη της. Εκεί την έβαλε μια θειά της, να δουλέψει τάχα «για να μαζέψει προίκα», μιας και τίποτα δεν είχε μείνει στα χέρια της μετά τον πόλεμο. Τους τα πήραν σιγά σιγά, για δυο μπουκούνια ψωμί, οι αγιογδύτες έμποροι.

Στην αποθήκη είχε κάμαρη, πλυσταριό και κρυμμένα όνειρα. Η κυρά της ήταν πλούσια μοναχοκόρη, καλομαθημένη, άσχημη στην ψυχή και στους τρόπους. Κουβέντα δεν έκανε με κανέναν, παρά μόνο όταν κατέβαινε στην πόλη για ψώνια, με τον Αι Σπυρίδωνα ανάβοντας κερί ή με τον ίδιο τον Θεό τα βράδια, όταν πλάγιαζε το κορμί της που βογγούσε από την ταλαιπωρία της ημέρας, ψέλνοντας όλα όσα ο παπάς της είχε μάθει· και με αυτόν, όταν ερχόταν να δει τι κάνει το ορφανό. Θυμάται πως την έπαιρνε σε αγιασμούς, ευχέλαια, σε όλες τις λειτουργίες. Μικροκαμωμένη, με το σγουρό κεφάλι της, την μπέρδευαν με αγόρι· και μόνο από τη φωνή της υποψιαζόσουν πως είναι η Λυγερή, το ορφανό της Λόπης.

«Κοπέλα, έχεις να ψέλνεις, βλοημένε παπά;» τον ρωτούσαν.

«Όχι ωρέ, βουρλισμένοι, καστράτο έχω βρει με χάρισμα στο λαρύγγι του», τους έλεγε με ένοχη φωνή.

Τότε ησύχαζαν όλοι, ακολουθούσαν την Λυγερή και την αγγελική φωνή της στα ουράνια, άφηναν στην πόρτα του Κυρίου τα «Κύριε, ελέησον» και τα «Δόξα σοι», και κατέβαιναν ξανά στα στασίδια τους γαληνεμένοι.

«Πατέρα μου παπά, δεν αντέχω άλλο. Ακούω τη μάνα μου να φωνάζει, πως κάτι πρέπει να κάνω για τη ζωή μου, ακούω φωνές να λένε: κάτσε εδώ· δεν έχει τίποτα παραέξω για σένα, μία άλλη μοχθηρή και λάγνα να ζητά να αφήσω το αφεντικό να με κάνει μετρέσα του, άλλες να μου λένε να φύγω μακριά απ’ εδώ, στον παράδεισο. Τους δούλεψα πολύ καλά, μα τον κόπο μου δεν τον δίνουν, κρυμμένο σε λίρες τον έχουν για πάρτι τους. Με λένε ασύμφορη, πως κοστίζει το φαΐ και ο ύπνος μου εδώ. Βοήθα με να φύγω, παπά μου, και θα στο χρωστάω», του είπε μια μέρα, βαλαντωμένη από το κλάμα.

«Θες να με κάνεις ν’ αμαρτήσω, βλοημένη, να βάλω χέρι στο παγκάρι; Πού να βρω τόσα χρήματα, ωρή, για να πας στην Αθήνα και στην ξενητιά; Μόνο έναν παπά ξέρω στον Πειραιά· τίποτις άλλο, και αυτός έναν άλλο στην Αμερική!»

Δεν τον άφησε να αμαρτήσει. Τον ήθελε συνήγορο για να συγχωρεθεί το δικό της κρίμα. Μια νύχτα, αφέγγαρη, πήρε δύο σκουτιά, κι όσες λίρες άξιζαν τη δούλεψή της, τίποτα παραπάνω, έδωσε ένα γράμμα για τον παπά, καλή αμοιβή στον βαρκάρη που την πέρασε μέσα στο λιμάνι για να πάρει το βαπόρι για τον Πειραιά. Ρώτησε, έμαθε, πλήρωσε και βρήκε την άκρη. Έφτασε όσο πιο μακριά γινόταν. Μαθημένη στα δύσκολα, πάλεψε· τα κατάφερε.

Χρόνια μετά, ο γέρο-παπάς Στέλιος, τυφλός, με συντροφιά τη μοναξιά του, άκουγε τη λειτουργία από το ραδιόφωνο, δώρο της Λυγερή, σοπράνο της Μετροπόλιταν Όπερας της Νέας Υόρκης πλέον. Αμέσως μετά, ακούγοντας το πρώτο τραγούδι, έβαλε τις φωνές, ο καψερός:

«Αυτή είναι, η βλοημένη, αυτή τραγουδάει· η φωνή της είναι, μόνο η δική της φωνή φτάνει τόσο ψηλά!»

«Καλά σου το λέγανε οι φωνές σου, ωρή κοπέλα, να σκωθείς να φύγεις», είπε και χτύπησε τα χέρια του στα γόνατά του.

«Στόμα και άγια φωνή είχες, βλοημένη», μουρμούρισε δακρυσμένος. «Σχώρνα με, Θεέ μου, το είχα παρεξηγήσει το άμοιρο ορφανό, πως οι φωνές που άκουγε ήτονε από την τρέλα που το ’χε αγκαλιάσει, το καψερό. Άκου’ την τώρα! Τα κατάφερε σε ξένη χώρα, και από τόσο μακριά ακόμα μπορεί με τη φωνή της να με στέλνει στα ουράνια.»

AMG-LG-BLACK

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Εάν αγαπάτε τις Ιστορίες, γραφτείτε στο Newsletter μας!

Anna Maria Grammenou

Δημιουργική, με αχαλίνωτη φαντασία και χιούμορ, ερωτευμένη με όλες τις τέχνες, ιδιαίτερα μουσικόφιλη, σινεφίλ, φιλόζωη, και με αδυναμία στον μαύρο γάτο μου, τον Σούλη. Μου αρέσει να εκφράζω τις σκέψεις μου μέσα από μικρές και μεγάλες ιστορίες.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ας γνωριστούμε καλύτερα!

Άδεια Creative Commons
Ο ιστότοπος περιέχει υλικό που είναι διαθέσιμο μόνο για ανάγνωση. Δεσμεύεται με την ειδική άδεια Creative Commons.
Δεν παρέχεται άδεια των συγγραφέων για Εμπορική Χρήση - ή Αναπαραγωγή των Έργων τους. 4.0 Διεθνές.