Άννα Μαρία Γραμμένου

Ιστορίες παντός καιρού

Facebook
Twitter
WhatsApp
Email

Young man uses laptop, portable storage device on table

Ασφυκτικά γεμάτο από κάθε λογής φυλές ήταν το κέντρο της Αθήνας. Παγκόσμιοι αθλητικοί αγώνες είχαν φέρει, μέσα στην καρδιά του καλοκαιριού, ζωή στο πληγωμένο κέντρο της πόλης.

Περπατούσε ανάμεσα στο πλήθος, αφουγκραζόταν ανθρώπινες στιγμές και ιστορίες. Άφηνε τη φαντασία του να καλπάζει στους ίδιους δρόμους όπου βάδιζε ο κόσμος του. Κρατούσε σε κρυφά αρχεία, μέσα στις σκέψεις του, ιδέες. Όταν αποφάσιζε να γράψει κάτι, άνοιγε τις αποθήκες της μνήμης του. Τότε εκείνες ορμούσαν έξω και μεταμορφώνονταν σε διηγήματα ή ποιήματα.

Απόγευμα ήταν. Συναντήθηκαν τυχαία μπροστά στο ταχυδρομείο, στο Σύνταγμα. Αγκαλιάστηκαν όπως κάνουν οι φίλοι από τα παλιά. Τα νέα του φίλου του δεν ήταν καλά. Είχε μείνει άνεργος.

«Και η Ντίνα;» τον ρώτησε διστακτικά.

«Έμεινε κι αυτή άνεργη σήμερα», του απάντησε.

«Πάμε περπατώντας προς του Φιξ. Δεν περνούν από εδώ σήμερα οι συγκοινωνίες λόγω των αγώνων», του είπε και πέρασε το χέρι του στο μπράτσο του. «Εσύ τι κάνεις;» ρώτησε, επιβραδύνοντας τον βηματισμό του.

Τι να του έλεγε τώρα; Ευχάριστα δεν ήταν ούτε για εκείνον τα πράγματα. Να του έλεγε πώς ξεπερνούσε τα δικά του προβλήματα γράφοντας ό,τι του ερχόταν στο μυαλό; Αν του έλεγε πως τον ενέπνεαν οι ιστορίες των ανθρώπων που άκουγε στους δρόμους, μπορεί να τον φόβιζε και να σταματούσε την εξομολόγηση των προβλημάτων του.

«Δεν είναι εύκολα ούτε για μένα», του απάντησε. «Αλλά ακόμα έχω δουλειά. Δεν ξέρω μέχρι πότε».

«Τι άλλο κάνεις στη ζωή σου; Δεν παντρεύτηκες, δεν έχεις υποχρεώσεις», επέμενε εκείνος.

«Ζωγραφίζω, ερωτεύομαι ακόμα, τραγουδάω, γράφω, ζω. Κάνω ό,τι μπορώ για να μην σκέφτομαι τα άσχημα της ζωής».

«Σε θυμάμαι στη χορωδία του Γυμνασίου, αλλά ποτέ να ζωγραφίζεις. Γράφεις; Σαν τι γράφεις; Τι εννοείς γράφω;»

«Γράφω τα πάντα. Αληθινά ή φανταστικά».

Τελείωνε μια ιστορία και τη διάβαζε πρώτα στην αδελφή του. Μετά προχωρούσε σε άλλους. Ο άνεργος φίλος του έλειπε καιρό από τη ζωή του. Δεν ήταν ανάμεσα σε εκείνο το μικρό ακροατήριο που είχε εμπιστευτεί για να γίνει το πρώτο αναγνωστικό κοινό του.

«Γράφω ιστορίες και κανένα ποίημα. Ανάλογα με την εποχή και τη φάση που περνάω, έρχεται και η έμπνευση».

«Γράφεις ημερολόγιο θες να πεις! Συγγραφέας πώς έγινες ξαφνικά; Έχεις εκδώσει κάτι;» τον ρώτησε και σταμάτησε απότομα να περπατά.

Τον κοίταζε χαμογελώντας, αλλά δεν μπόρεσε να καταλάβει αν αυτό ήταν ειρωνεία ή θαυμασμός.  Δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα να πλησιάσει έναν εκδοτικό οίκο. Θα γινόταν κι αυτό όταν θα ήταν έτοιμος. Μέχρι τότε θα συνέχιζε να γράφει.  Οι συλλογές του ήταν τέσσερις, μία για κάθε εποχή.  Τα διηγήματά του ήταν δροσερά και γεμάτα ζωντανά χρώματα το καλοκαίρι. Πλημμυρισμένοι κήποι με έρωτες που άνθιζαν την άνοιξη. Ζεστά, γιορτινά δωμάτια και χιονισμένα μπαλκόνια με αγκαλιασμένους εραστές τον χειμώνα. Περίπατοι πάνω σε μονοπάτια στρωμένα με χρυσά φύλλα και φιλοσοφικοί διάλογοι το φθινόπωρο.

«Δεν έγινα. Μάλλον είμαι εκ γενετής», του απάντησε με σοβαρό ύφος, τραβώντας τον απαλά από το μπράτσο για να συνεχίσουν το περπάτημα.

«Μου φτάνει να γράφω όσα δεν λέω ή όσα σκέφτομαι και δεν ξέρω σε ποιον να τα πω. Μετά τα διαβάζω πρώτα εγώ. Χορταίνω εικόνες και νοήματα. Πρώτα δίνουν χαρά σε μένα. Μετά τα μεταφέρω και σε άλλους».

Συνέχισαν να περπατούν. Έφτασαν στου Φιξ, όπου βρήκαν μέσο μεταφοράς. Χώρισαν ξαφνικά, έτσι ακριβώς όπως είχαν συναντηθεί. Βάζοντας το κλειδί στην πόρτα του σπιτιού του, ήξερε ήδη πως θα πρόσθετε ακόμα μία συλλογή σε εκείνες των τεσσάρων εποχών. Πέταξε ρούχα και παπούτσια και κάθισε να γράψει. Αυτό το διήγημα θα ήταν μια ιστορία τελείως διαφορετική από όλα όσα είχε γράψει μέχρι τώρα. Σκέφτηκε πως είχε έρθει η ώρα να κάνει το επόμενο βήμα. Να χτυπήσει την πόρτα κάποιου εκδότη.

«Έχω τον τίτλο ήδη έτοιμο», σκέφτηκε.

Ιστορίες παντός καιρού.

Θα ήταν η αιχμή του δόρατός του για την πρώτη μάχη που θα έδινε.

Και τότε χαμογέλασε. Την επόμενη φορά που θα συναντούσε τον φίλο του, θα του χάριζε ένα βιβλίο.

Με μια αφιέρωση στην πρώτη σελίδα:

Στον φίλο μου, που χωρίς να το ξέρει, έγινε η αφορμή για να αρχίσει αυτή η ιστορία.

Και από κάτω:

Ο συγγραφέας.

 

AMG-LG-BLACK

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Εάν αγαπάτε τις Ιστορίες, γραφτείτε στο Newsletter μας!

Anna Maria Grammenou

Δημιουργική, με αχαλίνωτη φαντασία και χιούμορ, ερωτευμένη με όλες τις τέχνες, ιδιαίτερα μουσικόφιλη, σινεφίλ, φιλόζωη, και με αδυναμία στον μαύρο γάτο μου, τον Σούλη. Μου αρέσει να εκφράζω τις σκέψεις μου μέσα από μικρές και μεγάλες ιστορίες.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ας γνωριστούμε καλύτερα!

Άδεια Creative Commons
Ο ιστότοπος περιέχει υλικό που είναι διαθέσιμο μόνο για ανάγνωση. Δεσμεύεται με την ειδική άδεια Creative Commons.
Δεν παρέχεται άδεια των συγγραφέων για Εμπορική Χρήση - ή Αναπαραγωγή των Έργων τους. 4.0 Διεθνές.