Γιατί τόση σιωπή στα χείλη σου, θεά Αθηνά;
Νοέμβριος
Σταλμένος χωρίς κρύο ή χιονιά,
να μην καίνε τα ελάχιστα
που στις τσέπες τους έμειναν,
κακόμοιροι Αθηναίοι και των άλλων πόλεων Έλληνες.
Σύνταγμα, πρωί.
Σιωπηλοί, ανέκφραστοι,
όσοι ακόμη τις δουλειές τους έχουν κρατήσει
ή τους τις έχουν δωρίσει.
Βιτρίνες ανέκφραστες, καταδικασμένες,
σπασμένα ακόμη πεζοδρόμια.
Και ας άλλαξε χέρια και σκέψεις ο Δήμος της πόλης,
σε κάθε γωνιά πάνω σε κάποιο κορμί σκοντάφτεις.
Καραγεώργη Σερβίας – Βουλής.
Ο Ανδρέας. Όλοι ξέρουν.
Στέκεται όρθιος, ψηλός, αξύριστος, στεγνός.
Μέλλον δεν έχει χωρίς το χέρι απλωμένο.
Κολοκοτρώνη – Βουλής.
Καθισμένη μια νεαρή στο βρώμικο πεζοδρόμιο ενα μωρό θηλάζει.
Από πού είσαι τάχα εσύ;
Ψάχνεις, κάτι βρίσκεις, της τα δίνεις.
Αν τα κρατήσεις, θα ’ρχεται στα όνειρά σου το κλάμα του.
Σταδίου – Βουκουρεστίου.
Τιτάνια ονόματα καταστημάτων, με φορτωμένες βιτρίνες,
ματαιόδοξων, ανόητων νεόπλουτων τις ανάγκες.
Αν τις κατακτήσουν, θα νιώθουν πως υπάρχουν.
Παρελαύνει μπροστά τους ένα γέρικο πλάσμα,
ερείπιο ανθρώπου, σκυφτό, άστεγο, ταπεινωμένο,
σέρνοντας την καταδίκη του με αθόρυβα δεσμά.
Γιατί τόσο άθλια η πόλη σου, θεά Αθηνά;
Σκεφτικοί κουλουρτζήδες.
Έκανες κάποτε ουρά για ένα κουλούρι.
Κάθε γωνιά, λαχειοπώλης φωνάζει στην τύχη σου.
Μην την ξεχάσεις.
Μα ούτε αυτήν μπορείς πια ν’ αγοράσεις.
Κλειστό το ρολογάδικο στη Βουλής.
Από προπάππου κρατούσε ζωντανά
κάθε λογής ρολόγια.
Πέρασαν και επέζησαν τόσες βάρβαρες επιδρομές,
για να υποκύψουν τώρα ξανά στην κρυφή νέα γενιά του Αδόλφου.
Τι κι αν σημαία έχει ακόμη ελληνική
ο Παρθενώνας;
Δεν έχει πια Γλέζο και Σάντα η γενιά σου.
Κρατούν φραπέ και iPhone.
Αβεβαιότητα για σημαία έχουν τα παιδιά σου.
Γιατί τόση μιζέρια στην πόλη σου, θεά Αθηνά;
Οδός Σταδίου, απόγευμα.
Τρέχει να κρυφτεί
ένα μικρό καραβάνι Αφρικανών φορτωμένο παράνομη πραμάτεια,
να έχει να αγοράζει επώνυμες απομιμήσεις ο άφρων λαός σου.
Ψάχνει μέσα στους άδειους κάδους σκουπιδιών ενα ρακένδυτο σκιάχτρο.
Γιατί τόση μιζέρια στην πόλη σου, θεά Αθηνά;
Δεκέμβριος
Από τον Θεό σταλμένος, ήπιος καιρός, λίγο δροσερός.
Για πόσο ακόμη;
Κοιτάζεις ψηλά.
Σύννεφα γκρίζα, απειλητικά·
επιδρομή σε μια Ελλάδα ανοχύρωτη,
μελαγχολική, σκυμμένη, υποταγμένη,
προδομένη ξανά από τα ίδια της τα παιδιά.
Στους δρόμους του Συντάγματος που αγκαλιάζουν την πλατεία,
Αφουγκράσου!
Πολίτες με θυμό ορμούν, χτυπούν, αλαλάζουν,
την Βουλή κοιτάζουν, την δικάζουν, την καταδικάζουν.
Γη προγόνων ποτισμένη με ιδρώτα και αίμα.
Κόκκινο αφήνουν στο πέρασμά τους,
σημάδια από τις πληγές της ψυχής τους.
Τώρα σε πολεμούν, δίκαια και άδικα.
Αμούστακα πρόσωπα, γιατί κρύβονται;
Μολότοφ κρατούν αντί για κουπιά και το τιμόνι της χώρας τους.
Γιατί γκρεμίζουν αντί να χτίζουν;
Γιατί τόση οργή στην πόλη σου, θεά Αθηνά;
Γέμισαν λαμπιόνια τα παράθυρα,
στολίστηκαν τα δέντρα στους βρώμικους δρόμους.
Φωτίζουν τις ελπίδες των λίγων,
που πάντοτε κρατούσαν στα χέρια τους δυνατά όπλα,
για να αρπάζουν τον ιδρώτα και τα αγαθά των πολλών.
Να έχουν αυτοί, οι λίγοι,
σπίτια πολλά, ένοχα κρυμμένα μετρητά, αυτοκίνητα ακριβά,
τα παιδιά τους σε σχολεία εκλεκτά,
να μπορούν να αγοράζουν τόσα πολλά με τόσα πολλά.
Μια δική τους μέρα θα μπορούσε να θρέψει
τα παιδιά πολλών παιδιών σου.
Ακόρεστη η δίψα του πλούτου
εκείνων που δεν πειθάρχησαν ποτέ στους νόμους.
Χείμαρρος πνίγει αθώους με αρετές στον διάβα του,
μια πατρίδα υποτελής, ανίσχυρη.
Των λίγων ζήλεψαν τα πολλά,
τώρα στενάζουν χωρίς αυτά.
Γιατί τόση απληστία στην πόλη σου, θεά Αθηνά;
Με καταρρακωμένες δυνάμεις
τρέχουν να θαυμάσουν δέντρα στολισμένα,
ψεύτικα, φανταχτερά,
να καμαρώνουν πως είναι τα πιο ψηλά του κόσμου,
να τα βλέπουν μάτια άδεια από χαρά.
Χιλιάδες στις γειτονιές σου τον μιναρέ τους αναζητούν,
γυρεύουν να τραφούν, να επιβιώσουν, να χαρούν.
Χτυπούν Χριστούγεννα οι καμπάνες,
μα τίποτε δεν σημαίνουν.
Μοιάζουν φιέστα, πανηγύρι σωστό.
Χρόνια τώρα δεν έχουν σχέση καμία
με τον Σωτήρα Χριστό.
Γιατί τόσοι άπιστοι στην πόλη σου, θεά Αθηνά;
Μάιος
Από τον Θεό σταλμένος, ανθισμένος, ηλιοστολισμένος,
κενός ονείρων και ελπίδων, επικήδειος μοιάζει μήνας.
Την πόλη τα περιστέρια της εγκαταλείπουν.
Κόρακες, όρνεα πεινασμένα,
σκληρά, με πρόσωπα καλυμμένα έρχονται,
σκοτεινιάζοντας το αλυσοδεμένο
της Αττικής φως.
Κάθε ψυχή σπαράζουσα αντιστέκεται ή ξεψυχά.
Τι άλλο μένει στην πόλη που σε λάτρευε και προστάτευες;
Πόσο ακόμη στα τείχη θα αγωνιούν οι πολίτες σου;
Πέφτεις εσύ, ακολουθεί των Ελλήνων ολάκερο γένος.
Βγες έξω!
Τον θυμό σου αντάμωσε μαζί τους
Ξύπνα από της πλάνης τον λήθαργο
Δεν μένει άλλος χρόνος.
Τώρα περισυλλογή, δώσε εντολή!
Η ταν ή επί τας.
Κτύπα το δόρυ σου, ελπίδες να φυτρώσουν.
Όρθωσε ανάστημα,
με όραμα, με στόχους, εκστρατείας ηγήσου
για των Ελλήνων τη συνέχεια, για τα παιδιά σου.
Γιατί τόση σιωπή στα χείλη σου, θεά Αθηνά;
2011 AMG






