Ο πόλεμος μιας προσωρινά εργαζόμενης
Η διαδρομή από τα δυτικά προάστια της Αττικής, ήταν μακρινή, κουραστική αλλά και ακριβή. Αν δεν κυκλοφορούσαν τα μέσα μαζικής μεταφοράς, κάτι που γινόταν πολύ συχνά, τότε έπρεπε να φθάσει…
Η διαδρομή από τα δυτικά προάστια της Αττικής, ήταν μακρινή, κουραστική αλλά και ακριβή. Αν δεν κυκλοφορούσαν τα μέσα μαζικής μεταφοράς, κάτι που γινόταν πολύ συχνά, τότε έπρεπε να φθάσει…
Τότε έκανα κάτι σκανδαλιάρικα βήματα στην χώρα του Ποσειδώνα. Έτυχε εκείνη την μέρα, να έχει πιαστεί στα λόγια ο μυθικός θεός, με τον Αίολο. Θυμωμένοι και οι δύο φτάσανε στη μεριά μας και τότε δυσκολεύτηκα ανάμεσα στον καυγά τους.
Κατέβασα την τέντα στο μπαλκόνι μου αρκετά χαμηλά, ώστε να μην μπορεί να εισβάλει καμιά συμμορία ηλιαχτίδων. Άφησα όμως ένα μικρό κενό, σαν κρυφό μονοπάτι για να σέρνεται ο αέρας…
«Τί νὰ σοῦ πῶ κι ἐγώ; Ἐσεῖς πᾶτε καὶ δίνετε ὑπόσχεση, κι ὕστερα δὲν ξέρετε νὰ σηκωθεῖτε μὲ τὴν ὥρα σὰς τουλάχιστον, νὰ πᾶτε ῾κεῖ ὅπου ἔχετε δώσει λόγο... κι ὁ ἄλλος ἂς καρτερῇ...
«Βγείτε να παλέψετε μαζί μας! Οι θάλασσες είναι δικές μας, να βγαίνουμε για ταξίδια ή ψάρεμα όποτε θέλουμε. Άλλοι με μεγάλα καράβια άλλοι με μικρά, άλλοι με βάρκες ακόμα. Όλοι έχουμε δικαίωμα στην ψαριά, στο ταξίδι.»
«Πως φθάσαμε μέχρι εδώ; Ποιος έφταιξε; Γιατί γίναμε ξανά ραγιάδες; Τι μέλλον έχει ο τόπος μας; Είναι δική μας η χώρα που λευτέρωσε ο Θοδωρής με την περικεφαλαία με το λοφίο, το μεγάλο μουστάκι και τα ζωνάρια φορτωμένα με άρματα;
«Ποτέ δεν ξέρεις. Ποτέ μην λες ποτέ.» Όλα είναι μέσα στο παιχνίδι που μας έχει ετοιμάσει το σύμπαν χωρίς να το γνωρίζουμε.
Οι υπάλληλοί μου, έμεναν για λίγες μέρες στο μαγαζί και μετά φεύγανε. Όχι, όχι δεν ήμουν κακό αφεντικό. Τον τόπο δεν άντεχαν. Πολύ ερημιά, μεγάλη μοναξιά. Έχω το βενζινάδικο, λίγο…
Ο πατήρ του πατρός Νέος, ψηλός, ξερακιανός, με καστανόξανθα σγουρά μαλλιά, μεγάλα πράσινα μάτια και ένα φθαρμένο ράσο. Έτσι μπήκε στην υπηρεσία του Θεού, ο πατέρας του Λάμπη. Ο Λάμπη…