ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ
Κλείνω τα μάτια, ανοίγει η σκέψη,
νοσταλγώντας μέρες σαν κι αυτές, με κάλαντα,
αγκαλιές ζεστές της μάνας,
που όλα τα φρόντιζε, όλα τα έδινε,
για να μπορούν να ζουν τώρα οι αναμνήσεις.
Ανοίγω τα χέρια, αρπάζω σύννεφα μαύρα,
που έχουν σκεπάσει τη ζωή μας
με αθλιότητα, μιζέρια, απελπισία.
Στα χείλη ακουμπά στενάχωρη γεύση,
κι ας είναι από μέλι.
Κι από τα έγκατα της ψυχής
ξεχειλίζει η πίκρα της αδικίας·
τα λόγια μένουν άφωνα.
Οι αναμνήσεις με κρατούν ζωντανή
στην εντατική της αναμονής και της ελπίδας.
Κάθε ανάσα δύσκολη,
κάθε στιγμή κρεμασμένη από μια κλωστή
που κρατά ακόμη τη ζωή.
Κι όμως, κάπου βαθιά,
μένει ένας ουρανός στρωμένος με μελωδίες,
δρόμοι ανθοστολισμένοι,
διαβατοί ξανά από τη χαρά.





