
Η θάλασσά μου
Βρυχάται αγριεμένη, κατάλευκες κραυγές που αφρίζουν, τρομάζουν, τις πετά στα πόδια μου μπροστά Δεν κάνω πίσω, δεν φοβάμαι τον θυμό της, δεν προσκυνώ τη δύναμη

Βαθειά σιωπή
βαθειά η σιωπή
λίγο πριν την αυγή, αθόρυβη φεύγει
αφήνοντας πίσω της απραγματοποίητα όνειρα
που δεν πρόλαβε να γεννήσει και αυτή η νύχτα

Πύργε μου βασιλιά μου
Μ’ελπίδες χτίζε τα όνειρα σου κι όχι με χρυσοπύρινη,
πύργους για την καρδιά σου

Σειρήνα
Άκουσα αλλά δεν είδα Είδα και προσπέρασα χωρίς τίποτα να ακούσω. Είχες ζωή, ας την κράταγες ζωντανή Ήμουν ζωντανή αλλά δεν με κράτησες στην ζωή

Το σπίτι μου
Τέταρτος όροφος, τέσσερα δωμάτια, τέσσερις τοίχους το καθένα Από αυτά το ένα έχει στις δυο πλευρές του τούβλα, Οι άλλες παράθυρα, να βλέπεις την μέρα,

Το γατί
Κούρνιασε δίπλα μου, θάρρος δώσε μου εσύ γατί, την φουντωτή ουρά σου να κρατώ, μήπως την κάνω μαγικό ραβδί

Αύγουστος
ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ Ξυπνά η μέρα στην αγκαλιά του ήλιου με μάτια βουρκωμένα, γεμίζει ο αέρας από το άρωμα του γιασεμιού στην αυλή μου, ακούω τη φωνή

Μαργαρίτα
Τα πέταλα μιας μαργαρίτας μάδαγα ένα ένα αν αγαπάς να μάθω ακόμα εμένα Τίποτα δεν άφησα στην κεφαλή της, και αυτή καμιά ελπίδα σαν ευχή
